Στατιστικά

Articles View Hits
64846

Βρίσκονται τώρα μαζί μας

We have 70 guests and no members online

Σχολικό Ραδιόφωνο

Οι μαθητές του Γυμνασίου Εκάλης σε συνεργασία με τους μαθητές του Γυμνασίου-Λυκείου Καμπάνη Κιλκίς έχουν δημιουργήσει το πρώτο μαθητικό ραδιόφωνο στην Ελλάδα. Εκπέμπουν καθημερινά 24 ώρες το 24ωρο με ενημερωτικές και ψυχαγωγικές εκπομπές.

Συντονιστείτε!

Πυργόσπιτα

Πυργόσπιτα

Αρχιτεκτονική του Πηλίου

 

(αντιγραφή από ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ & ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΒΟΛΟΥ)

 

Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο δεν υπήρξε ένα αυτόνομο πολιτισμικό φαινόμενο. Ήταν απλά μία από τις εικαστικές εκφράσεις όπως δημιουργήθηκαν τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Η αρχιτεκτονική στη γενική της μορφή δέχτηκε πολλές επιδράσεις, για να καταλήξει στην τωρινή. Υπάρχουν βέβαια κάποιες τοπικές κατασκευαστικές διαφορές. Έτσι, στο βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο, η αρχιτεκτονική των επαρχιακών και ορεινών κέντρων παρουσιάζουν μια αξιοπρόσεκτη ενότητα, με κάποιες τοπικές ιδιομορφίες.Τα περισσότερα παραδείγματα παραδοσιακών σπιτιών που υπάρχουν σήμερα ανήκουν στο 19ο αιώνα. Έγιναν όμως πολλές επισκευές σύμφωνα με μαρτυρίες που μιλούν για καταστροφές στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα. Πληροφορίες όμως, μας δίνουν μια εικόνα για ορισμένους οικισμούς, όπου υπάρχουν πολλά σπίτια ψηλά με γούστο φτιαγμένα. Έτσι στο γύρισμα του 18ου στο 19ο αιώνα η εικόνα που θα έχουν τα χωριά, θα υιοθετηθεί σύμφωνα με την οικονομική ακμή της εποχής.  Μπορούμε έτσι να θεωρήσουμε ότι τα περισσότερα παραδείγματα ξεκινούν από το δεύτερο μισό του 18ου και συνεχίζονται μέσα στο πρώτο μισό του 19ου. Αυτά τα σπίτια θα τα ονομάσουμε «σπίτια της ακμής» (1750-1830).

 

Σε ακόμα πιο παλιά εποχή (1700-1750) τοποθετούμε τους πύργους, μερικοί από τους οποίους διασώζονται επισκευασμένοι στη Μακρυνίτσα, στα Λεχώνια, στον Αγ. Λαυρέντιο, τον Άνω Βόλο, τον Αγ. Γεώργιο. Πρόκειται για τις γνωστές μορφές της «κούλας» ή «κούλιας». Ο οχυρός πύργος του Σουλεϊμαν ή Καραγιάννη που βρίσκεται σήμερα ερειπωμένος στα Άνω Λεχώνια, χωρίς τον τελευταίο του όροφο και με γκρεμισμένη τη βορειοδυτική του πλευρά, αποτελεί ένα πολύ εντυπωσιακό παράδειγμα πρώιμου πυργόσπιτου.

 

Αργότερα τοποθετήθηκε ένα πέτρινο περίβλημα, ένα είδος «σκάρπας», προφανώς για να συγκρατήσει τους τοίχους από το «άνοιγμα», και προστέθηκαν οι ξύλινες εξέδρες των τολμηρών εξωστών που φαίνονται να περιβάλουν το κτίριο στις παλιότερες απεικονίσεις.
Τα ξύλινα δοκάρια μπορούσαν να πατήσουν τώρα πάνω σε μια μεγάλη επιφάνεια, αλλά η μεγάλη προβολή τους χρειάστηκε και λοξές αντηρίδες. Έτσι διαμορφώθηκαν επάνω τους και κλειστοί εξώστες που προσέφεραν ζωτικό χώρο όταν οι συνθήκες ζωής καλυτέρεψαν.
Με ανάλογο τρόπο, στον πύργο της Κουκουράβας στη Μακρινίτσα τα ξύλινα φουρούσια που προβάλλουν στη βάση του τελευταίου ορόφου, φανερώνουν ότι άλλοτε προστέθηκαν κάποιοι κλειστοί εξώστες χωρίς να ενοχληθεί ο εσωτερικός πυρήνας. Μετά την καταστροφή τους, ο πύργος παρουσιάζει τη λιτή απέριττη μορφή του ψηλού οχυρού πύργου.

 

Με καθαρά ορθογωνική κάτοψη και σημαντικά μικρότερο ύψος από εκείνο των πύργων, παρουσιάζονται τα πρώιμα οχυρωμένα σπίτια στο Πήλιο. Το πιο αντιπροσωπευτικό είναι το σπίτι του Βεργή στο Ανήλιο που έχει ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας ως χώρου και οικοτεχνίας. Η ανασυρόμενη ξύλινη γέφυρα που συνέδεε μια πέτρινη σκάλα με την είσοδο του σπιτιού στον όροφο και η μεγάλη προβολή των εξωστών που υπήρχαν άλλοτε στις τρεις του πλευρές, το κάνουν από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα του είδους. Την πρωιμότητά του δείχνουν και τα διατηρημένα τοξωτά ανοίγματα των ορόφων, χαρακτηριστικό που συναντιέται σε όλα τα ανάλογα οχυρωμένα σπίτια της ίδιας εποχής, όπως για παράδειγμα στο σπίτι του Στέλλου στον Αγ. Λαυρέντιο. Σ' αυτό το τελευταίο, το μεγάλο ξώστεγο παρέμεινε ανοιχτό σαν χαγιάτι και με την προσθήκη στα δυτικά νέας κατασκευής μετέτρεψε την κάτοψή του από ορθογωνική σε σχήμα Γ. Τον ίδιο τρόπο κάτοψης έχει και το σπίτι του Σισιλιάνου ή ο πύργος των Αξέλων όπως είναι γνωστός στη Μακρινίτσα. Μπορεί η μορφή του και η εσωτερική του διάταξη να έχουν αλλοιωθεί σε σχέση με την αρχική του κατάσταση. Διατηρείται όμως η κάτοψη σε σχήμα Γ και ο μεσοπαράλληλος πέτρινος τοίχος που διαιρεί σε δύο ζώνες το βασικό ορθογώνιο του ενός «πύργου». Πάνω σ' αυτήν ακριβώς τη βασική εσωτερική διαίρεση θα στηριχτεί ο μεγαλύτερος αριθμός σπιτιών της ακμής, όταν καθιερώνονται οι τρεις κατηγορίες: τα «αρχοντικά», «σοαστικά» και τα «λαϊκα».

 

Σπίτια της ακμής (1750-1830). Μέσα στην ατμόσφαιρα που συνθέτουν ο συντηρητικός βίος των Τούρκων της Βαλκανικής και οι πνευματικές επιρροές από τη «φωτισμένη Ευρώπη», η προσπάθεια για κοινωνική προβολή θα εκφραστεί μέσα από τα σπίτια-σύμβολα υπεροχής. Η κυρίαρχη παρουσία τους στο Πήλιο θα ορίσει την αρχιτεκτονική τους φυσιογνωμία. Πολυώροφα, πλούσια διακοσμημένοι χώροι, θυμίζουν τη μορφολογική τους συγγένεια με τους πρώιμους πύργους και ταυτόχρονα την κτιριολογική και διακοσμητική τους σχέση με το χώρο της Ανατολής, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται η σταθερή διαίρεση σε μέσα και έξω σπίτι και η παρουσία της θεσσαλικής παράδοσης. Έτσι διαμορφώνεται κατ' αρχήν μία πυργοειδής πέτρινη βάση που ακολουθεί σαν μορφή κάτοψης τρεις βασικούς τύπους: τον ορθογωνικό, εκείνον σε σχήμα Γ, και έναν τρίτο σε σχήμα Π που τα ελάχιστα δείγματά του έχουν καταστραφεί ή αλλοιωθεί από νεότερες προσθήκες, έτσι που πολύ δύσκολα να τα εντοπίζει κανείς, εκτός από χαρακτηριστικές περιπτώσεις αρχοντικών στην Πορταριά, το Λαύκο και το Τρίκερι

 

Στο εσωτερικό, η οργάνωση του χώρου θα προκύψει από τη θέση, τη μορφή, τις διαστάσεις και τη σχέση που έχει με τα δωμάτια ένας κεντρικός πυρήνας, ή σάλα-δοξάτο. Στο ισόγειο ένας μεσοπαράλληλος πέτρινος τοίχος διαιρεί σε δύο ζώνες το κατώι. Η εμπρός ζώνη, το «έξω κατώι» μπορεί να παραλληλιστεί με τον υπαίθριο χώρο-προέκταση της αυλής κάτω από το χαγιάτι της παραδοσιακής κατοικίας, που κλείστηκε με τοίχο για να προστατέψει την υπαίθρια σκάλα που οδηγούσε στον ξάνωγο Εδώ βρίσκεται κάποιο μικρό δωμάτιο ή μία κουζίνα. Στην πίσω ζώνη, το μέσα σπίτι, ένας τοίχος ορίζει δύο χώρους στους οποίους αποθηκεύονταν άλλοτε καρποί και τρόφιμα, ξύλα για το χειμώνα, ζωοτροφές και συχνά ένα μέρος που χρησίμευε για σταβλισμό ζώων. Η χοντροί πέτρινοι τοίχοι και η προστατευτική παρουσία των αποπάνω ορόφων εξασφάλιζε μέσα στο σπίτι σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας. Αντίθετα με το πατημένο χώμα ή το βράχο που είχε για δάπεδο ο χώρος εισόδου είναι πλακοστρωμένος. Από εδώ ξεκινάει η ξύλινη σκάλα τοποθετημένη στο πλάι συνήθως, στην εξώπορτα που φέρνει στον πυρήνα του πρώτου ορόφου, του γνωστού χειμωνιάτικου Ο μεσοπαράλληλος τοίχος συνεχίζεται και σ' αυτόν τον όροφο, αποτελώντας το όριο ανάμεσα στην εσωτερική ζώνη των οντάδων και του χειμωνιάτικου μεγάλου χώρου υποδοχής. Χαμηλά και μεγάλου πλάτους ντιβάνια, τα μιντέρια, δεξιά και αριστερά από τα τζάκια (παραστιές), χρησιμεύουν για κάθισμα ή για ύπνο. Στον ίδιο όροφο βρίσκεται συνήθως η κουζίνα και συνηθίζεται η κατασκευή τουαλέτας σε μεταγενέστερη εποχή. λειτουργίες, χρησιμοποιείται ένα διαχωριστικό πάτωμα.
Ακόμη και στα λαϊκά διατηρούνται πολλά από τα γνωρίσματα των δύο προηγούμενων κατηγοριών απλουστευμένα: διαίρεση σε δύο ζώνες, είσοδος, αποθήκη, δωμάτιο καθημερινό στο ισόγειο, χώροι ύπνου και μια σάλα στον όροφο. Αυτά τα σπίτια είναι σήμερα και τα περισσότερα στο Πήλιο. Σε πολλές περιπτώσεις ξεκίνησαν από μια βασική μονάδα, ένα μονό χώρο. Με την προσθήκη νέων χώρων αργότερα το σπίτι επεκτείνεται και οι λειτουργίες του διαμοιράζονται. Η κλίση του εδάφους το διευκολύνει ν' αποκτήσει όροφο. Η κουζίνα συνήθως βρίσκεται σε ανεξάρτητο κτίσμα-παράσπιτο, πλάι στο σπίτι. Επειδή οι διαστάσεις του είναι περιορισμένες, η σκάλα για τον όροφο μεταφέρεται με την πάροδο του χρόνου έξω ενώ το κατώι διατηρεί χωριστή είσοδο.

 

Σπίτια της λανθάνουσας παρακμής (1830-1860). Παρά το γεγονός ότι τα χρονολογικά όρια μέσα στα οποία εντάσσονται τα σπίτια είναι συμβατικά και δεν ορίζουν τομές στην αρχιτεκτονική εξέλιξη, κάποιες βαθμιαίες αλλαγές στην αισθητική και στις γενικότερες συνθήκες καταλήγουν στη δημιουργία νέων τύπων χαρακτηριστικές για κάποια περίοδο. Έτσι ενώ για 80 περίπου ολόκληρα χρόνια συμβαδίζουν η ορθογωνική κάτοψη και η κάτοψη σε σχήμα Γ, γύρω στα 1830, κάτω από επιρροές, η διάθεση για συμμετρία στην όψη δείχνει να γίνεται εντονότερη. Το κεντρικό κυκλικό σαχνισί πάνω στην κωνική βάση -κατασκευασμένη από επάλληλες σειρές λίθων που προεξέχουν- είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο γι' αυτή την περίοδο. Πρωτοεμφανίζεται ήδη από το 1814 στην όψη της Σχολής των Μηλεών και λίγο αργότερα στα 1817 στο αρχοντικό Κρασά στο Τρίκερι. Από το 1830 όμως γίνεται όλο και πιο συχνό μαζί με τη διπλή σειρά από πέτρες, που προβάλλουν στη βάση του τελευταίου ορόφου. Σταδιακά και στα μέσα του αιώνα η πέτρινη κατασκευή θα αντικαταστήσει τον ξύλινο σκελετό των σπιτιών. Οι εξ' ολοκλήρου πέτρινοι όγκοι καλύπτονται με σοβά, αποκτούν συμμετρικά ανοίγματα στους κατώτερους ορόφους, καταργούν τους φεγγίτες ή τους αντικαθιστούν με ζωγραφικές απομιμήσεις, όπως για παράδειγμα στο αρχοντικό του Βλαχλή στη Μακρινίτσα και αποκτούν ορισμένα κλασικιστικά χαρακτηριστικά, όπως κάποια υποτυπώδη περιγράμματα παραθύρων, κάλυψη της προεξοχής της στέγης με σοβά κ.α. Όλα τα σπίτια αποκτούν την ίδια περίπου χρωματική επιφάνεια έτσι ώστε να φαίνονται από μακριά σαν να είναι όμοια.

 

Σπίτια της παρακμής (1860-1910). Καθώς η βιομηχανική επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή του εμπορίου στις απαιτήσεις της βιομηχανίας της αγροτικής περιφέρειας στο βιομηχανικό κέντρο, της αποικίας στη μητρόπολη, οι Πηλιορείτες υποχρεώνονται να μεταφερθούν στο βιομηχανικό κέντρο του Βόλου.
Ωστόσο, διατηρούν τη γη και τα σπίτια τους στο Πήλιο, και οι πάροικοι που επιστρέφουν μ' έναν αέρα ανωτερότητας και απλόχερα δίνουν χρήματα για κοινωφελή έργα ή ιδιωτικά αρχοντικά και ξενοδοχεία, είναι φορείς μιας νέας αισθητικής αντίληψης που δεν αργεί να σφραγίσει αυτή την περίοδο, είτε με ολοκληρωμένα νεωτερικά έργα είτε με κλασικιστικά στοιχεία που δεν κατορθώνουν όμως πάντα να μεταβάλουν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική εικόνα.  Παρά τις μορφολογικές αλλαγές σ' αυτή την περίοδο, η εσωτερική οργάνωση ακολουθεί σχεδόν τα ίδια χνάρια με τα σπίτια της ακμής. Μόνο τα «eyvans» κλείνονται και μετατρέπονται σε μικρά βοηθητικά δωμάτια. Η σημαντική όμως αλλαγή στην αρχιτεκτονική σύνθεση θα σημειωθεί γύρω στα 1860, κάτω από δύο αισθητά ρεύματα: το νεοκλασικισμό που κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική των αστικών κέντρων και ένα άλλο ιδιόμορφο στυλ που μεταφέρουν με την επιστροφή τους στη γενέτειρα οι Πηλιορείτες πάροικοι.

 

Όμως η εισβολή της νέας αισθητικής στο Πήλιο δεν είχε παντού το ίδιο αντίκτυπο. Αλλού είναι άτονος και αποδυναμωμένος και αλλού επιβάλλεται αποφασιστικά. Βασικό χαρακτηριστικό στην εσωτερική οργάνωση αποτελεί η αλλαγή σε θέση και μορφή της σάλας-δοξάτου. Γίνεται διαμπερής και κάθετη στην όψη του σπιτιού, χωρίζοντας το σε δύο συμμετρικές ζώνες δωματίων, έτσι που και η όψη να μπορεί να εκφράζεται συμμετρικά. Η σκάλα για τους πάνω ορόφους τοποθετείται στο βάθος της σάλας και απέναντι από την είσοδο. Τα βοηθητικά αποκτούν τη δική τους ανεξάρτητη είσοδο στο ημιυπόγειο. Το εσωτερικά πλημμυρίζει με δυτικά έπιπλα: βιενέζικες καρέκλες και κονσόλες, μεγάλους καθρέφτες, θαυμάσιες κρεμαστές λάμπες κ.α.
Πρόκειται για την τυπική οργάνωση και εσωτερική εικόνα του νεοκλασικού αστικού σπιτιού. Το μοντέλο, γνωστό και δοκιμασμένο τόσο στο βαλκανικό όσο και στις παροικίες και την Τουρκία, δεν είναι παρά μία από τις εκφράσεις του της εισαγόμενης από τη Δύση ιδεολογίας του ρομαντισμού. Πολλές οικογένειες όχι μόνο στο Πήλιο αλλά και στο Βόλο διαθέτουν νεοκλασικά μέγαρα. Από την άλλη πλευρά έχουν περάσει στοιχεία άσχετα με τον κλασικισμό στην παροικιακή αισθητική. Ένα τέτοιο στοιχείο πολύ γνωστό στην αρχιτεκτονική των μεσογειακών χωρών της Βόρειας Αφρική, είναι το «μνημειακό» προστώο με τα υπερυψωμένα τρίβολα τόξα με τις λεπτές κολόνες και τα κιονόκρανα. Συνήθως σ' αυτά τα σπίτια με τα μνημειώδη τοξωτά βλέπουμε τα ίδια μορφολογικά στοιχεία που εφαρμόζονται και σε άλλα σπίτια της περιόδου: αξονικά μπαλκόνια, με περίτεχνες σιδεριές, μεγάλα παράθυρα, πόρτα εισόδου με ορθογωνικό περίγραμμα, μνημειώδη εξωτερική σκάλα απλή με μεγάλα ημικυκλικά σκαλοπάτια, στέγες με κεραμίδια και ζωγραφικές απομιμήσεις μαρμάρινων στοιχείων κ.α. Τα σπίτια χτίζονται εξ' ολοκλήρου από πέτρα χωρίς όμως ο τελευταίος όροφος να χάνει την παραδοσιακή της ξύλινης κατασκευής για προβολή. Τα «μεσοαστικά»αποκτούν κι αυτά παραπλήσια χαρακτηριστικά, ενώ τα «λαϊκά» εξακολουθούν στο μεγαλύτερο τους ποσοστό σε δύο ορόφους με διαμπερή τη σάλα, συμμετρική διάταξη και κι εξωτερική σκάλα. Οι όψεις οργανώνονται σε οριζόντιες και κατακόρυφες ζώνες με στόχο την απόλυτη συμμετρία.
Μετά το σεισμό του 1955 και με τα δάνεια που χορηγήθηκαν, κατασκευάστηκαν αρκετά νέα σπίτια από μπετόν στις άκρες των χωριών πάνω και κάτω από τον κεντρικό δρόμο τους χωρίς να διατηρήσουν τον τοπικό χαρακτήρα, ούτε στην εξωτερική μορφή ούτε στην εξωτερική διάταξη.


1.Πύργος Κοκοσλή Ο πύργος του Κοκοσλή βρίσκεται στο βόρειο μέρος του χωριού κοντά στο ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων. Εποπτεύει όλη την περιοχή των Λεχωνίων, αφού στέκεται στο κέντρο ενός τσιφλικιού που αγοράστηκε από τους Τούρκους και από τους Πορταρίτες Κοκοσλήδες. Κτίστηκε στην τουρκοκρατία στα τέλη του 17^ου αι. Είναι ένα πολύ ισχυρό οικοδόμημα. Στον πύργο έγιναν πολλές κατά καιρούς επεμβάσεις (Το 1870 κάποιος Γάλλος αρχιτέκτονα και υπάλληλος του Κοκοσλή έβαλε παράθυρα, σιδερένιους εξώστες και σκάλα), χωρίς να επηρεάσουν ριζικά το χαρακτήρα του.Η ιδιόρρυθμη γενικά εικόνα του πύργου εξαιτίας του κυκλικού κλιμακοστασίου, έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των φωτογράφων που τον έχουν απαθανατίσει επανειλημμένα. Έχει τέσσερα πατώματα και κρεμαστή γέφυρα που ανασηκώνεται για λόγους ασφάλειας. Τα θεμέλιά του έχουν πάχος 2,5 έως 3μ. Τα εξώστεγα του τελευταίου ορόφου είναι με λοξά φορούσια κι όχι με ίσια όπως στον παλιότερο πύργο Καραγιαννόπουλου. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ο πύργος κατοικούνταν από τη Μαρίκα κόρη του Κοκοσλή.

2. Πύργος Σουλεϊμάν- Καραγιαννόπουλου Βρίσκεται σε ερειπωμένη σχεδόν κατάσταση , παρακάτω από τον πύργο Κοκοσλή. Αγοράστηκε μαζί με τη γύρω περιοχή, από το δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Καραγιαννόπουλο μέσω του πατέρα του , από την Τουρκάλα Σεϊντέ Χανούμ στις 17 Δεκεμβρίου 1881. Ήταν οχυρός πύργος κτισμένος το 17ο αι. με τέσσερεις ορόφους και υπόγειο. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πρώιμου πυργόσπιτου. Ο τελευταίος όροφος ήταν κατοικία ως και το 1920-25. Έχει διπλοτοιχία και πάνω σ' αυτήν στηρίζονται τα «σαχνισιά»(=εξώστεγα). Ο πύργος δεν κατέρρευσε από τους σεισμούς (1955-57), αλλά από την αδιαφορία παλιότερων ιδιοκτητών. Σήμερα αποτελεί αντικείμενο μελέτης από αρχιτέκτονες. 3. Πύργος Ολύμπιου Στο νότιο μέρος του χωριού και κάτω από τον επαρχιακό δρόμο Βόλου - Τσαγκαράδας βρίσκεται ένας ακόμα πύργος, πάντα ελληνικής κατασκευής και ιδιοκτησίας. Οικοδομήθηκε από κάποιον Ατλαζά, πρόξενο της Ρωσίας στην Ελλάδα. Η εγγονή του πρώτου ιδιοκτήτη παντρεύτηκε κάποιον Κοντό ο οποίος έκανε και την προσθήκη στη βορινή πλευρά του πύργου το 1860, σύμφωνα με την εντοιχισμένη ανάγλυφη επιγραφή. Η προσθήκη έγινε για αύξηση του χώρου της κατοικίας. Ο πύργος φέρνει το όνομα του τελευταίου ιδιοκτήτη Ολύμπιου που τον αγόρασε το 1956 - όπως και τον γύρω οπωρώνα- από την Θελξινόη, τελευταία επιζώσα της οικογένειας Κοντού. Ο πύργος έχει σχήμα Γ και δύο εισόδους. Η όψη του συνδυάζει στοιχεία δόμησης του Πηλίου δύο περιόδων ( 17^ος -18^ος αι. οχυρό πυργόσπιτο και 19^ος αι. οχυρή κατοικία). Κατά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και τις εκκαθαρίσεις του τουρκικού στρατού στο δυτικό Πήλιο, στον πύργο είχαν βρει καταφύγιο κάτοικοι από τον ’γιο Βλάσιο. Οι Τούρκοι δεν πλησίασαν αφού στη στέγη του κυμάτιζε η ρωσική σημαία. Σήμερα ο πύργος βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ενώ ως το 1970 κατοικιόταν μόνιμα.

Τα αρχοντικά ’ρχισαν να κτίζονται από πλούσιους Έλληνες βολιώτικης καταγωγής. Αυτό άρχισε να γίνεται στα τέλη του 19^ου αιώνα, όταν άρχισε η σιδηροδρομική σύνδεση του χωριού με το Βόλο. Θεώρησαν τα Λεχώνια προάστιο της πόλης -όπως πράγματι είναι- και τα παρομοίασαν με την Κηφησιά που κι εκεί είχαν τα εξοχικά τους οι πλούσιοι Αθηναίοι. Η συγκοινωνία διευκόλυνε τις μετακινήσεις, αλλά η ομορφιά και το κλίμα του τόπου που ήταν απαράμιλλα. Αυτά είναι: του Σαράφη (το παλιότερο), του Χατζηκυριαζή, του Κοντού, του Νικολαΐδη-Κασιόπουλου, του Καλαμακιώτη. Βρίσκονται σήμερα σε καλή κατάσταση. 1. Αρχοντικό Χατζηκυριαζή Βρίσκεται πιο πάνω από την πλατεία του χωριού, στο δρόμο προς ’γιο Βλάσιο. Χτίστηκε προ του τέλους του 19^ου αιώνα από την οικογένεια Χατζηκυριαζή. Ο Ιωάννης Χατζηκυριαζήςήταν καπνέμπορος με έδρα την Αίγυπτο. Διατηρούσε δύο εργοστάσια , ένα στο Αμβούργο της Γερμανίας και ένα στο Κάιρο της Αιγύπτου. Το σπίτι κατοικήθηκε από την οικογένεια Χατζηκυριαζήμέχρι το 1936. Μετά το 1941 στεγάζεται στο κυρίως σπίτι το ’συλο Παιδιού Βόλου, που μετακόμισε λόγω των βομβαρδισμών. Στο στάβλο του αρχοντικού την ίδια περίοδο στεγάζεται μια ομάδα κατακτητών Γερμανών. Στη συνέχεια διαμένει μια πολιτική οργάνωση με το όνομα «Αχτίδα». Μετά την απελευθέρωση και συγκεκριμένα μετά το 1945 μένουν εκεί Εγγλέζοι. Φεύγοντας οι Εγγλέζοι στεγάστηκαν στρατιώτες και εθνοφύλακες. Στη συνέχεια κατοικήθηκε από διάφορες οικογένειες ντόπιων κατοίκων. Ο ρυθμός του κτιρίου έχει στοιχεία ξένα με την ως τότε γνωστή αρχιτεκτονική του Πηλίου. Είναι νεοκλασικό με στοιχεία αποικιοκρατίας. Το αρχοντικό είναι τριώροφο με σοφίτα. Στη νότια πλευρά έχει δύο φοίνικες παμπάλαιους -δέντρα ξένα προς τον τόπο, που δείχνουν όμως την προέλευση των ιδιοκτητών. Το αρχοντικό περιβάλλεται από κήπο αρκετών στρεμμάτων, που μέσα σ' αυτόν είναι χτισμένα το σπίτι του κηπουρού, ο φούρνος και ο στάβλος. Στο κάτω μέρος του οικοπέδου-πρώην ανθόκηπου- υπάρχει οκτάγωνο υπερυψωμένο κιόσκι. Ο Ι. Χατζηκυριαζής συνέβαλε στην κατασκευή του δικτύου ύδρευσης του χωριού. Όταν πέθανε άφησε το αρχοντικό στους γιους του, οι οποίοι δώρισαν στο Βόλο το οικόπεδο που χτίστηκε η βιβλιοθήκη και χρηματοδότησαν την κατασκευή της. Σήμερα το αρχοντικό βρίσκεται στα χέρια νέου ιδιοκτήτη που επιχείρησε να το αναπαλαιώσει, αλλά τα έργα -άγνωστο γιατί- σταμάτησαν. 2.To αρχοντικό Κασιόπουλου Το αρχοντικό Κασιόπουλου βρίσκεται στο βόρειο μέρος του χωριού, στην οδό Δημ. Ιατρίδη, κοντά στο δρόμο που ανεβαίνει προς ’γιο Βλάσιο. Είναι ένα μεγαλόπρεπο νεοκλασικό κτίριο. Χτίστηκε περίπου το 1900. Πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο Νικόλαος Νικολαΐδης, βολιώτης στην καταγωγή, έμπορας καπνού στην Αίγυπτο. Ο γυναικάδελφος του Χατζηλάζαρος,διευθυντής του Θεσσαλικού σιδηρόδρομου, είχε την ευθύνη για το κτίσιμο του σπιτιού. Το χτίσιμο έγινε πιθανόν από Ιταλούς τεχνίτες που εργάζονταν στο σιδηρόδρομο. Τα κουφώματα ήρθαν από την Τεργέστη και οι νταντέλες της σκεπής από το εργοστάσιο Αλατίνη της Γαλλίας. Το 1916 κατοικήθηκε από τις οικογένειες Νικολαΐδη και Χατζηλαζάρου. Οι αδελφές Τερψιθέα Νικολαΐδη και η Ελένη Χατζηλαζάρου έζησαν στο σπίτι ως το 1947. Το 1942, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, μέρος του σπιτιού κατοικήθηκε από Γερμανούς (από την Κομαντατούρ). Αυτή διηύθυνε όλη την πεδινή πυροβολαρχία που έδρευε σε τέσσερα σημεία του χωριού (στο προαύλιο του πύργου Κοκοσλή, στην περιοχή Γ. Δημόπουλου, στην πλατεία και στην περιοχή Ορφανού). Όταν έφυγαν οι Γερμανοί άφησαν την περιοχή στους Ιταλούς. Οι Ιταλοί δεν κατοίκησαν το σπίτι. Κατοικούσαν σε σκηνές. Το 1947 πέθανε η Τερψιθέα Νικολαΐδη, αφού προηγουμένως είχε πεθάνει και η τρίτη αδελφή τους Ουρανία Κασιοπούλου. Οι τρεις αδελφές ήταν το γένος Γκλαβάνη. Μετά το θάνατο της Νικολαΐδη, η αδελφή της, Ελένη, μετακόμισε στο Βόλο. Μετά το θάνατο και της Χατζηλαζάρου το σπίτι περιήλθε στο Δημ. Κασιόπουλο, γιο της Ουρανίας, πολιτικό μηχανικό. Αυτός αναπαλαίωσε το αρχοντικό το 1965 και το είχε ως εξοχικό. Σήμερα ανήκει στη θετή του κόρη Μαριάνα. Το αρχοντικό αποτελείται από το ισόγειο και έναν όροφο. Περιστοιχίζεται από ένα μεγάλο και πολύ όμορφο κήπο με κιόσκι και πολλά φυτά. Η εσοχή στον εξωτερικό τοίχο του μαντρότοιχου είναι από την εποχή που έφθαναν ως εκεί τα ιππήλατα βαγόνια του τρένου για να φορτώσουν αλεύρι από το εργοστάσιο -παγοποιείο- του Δημόπουλου, που λειτουργούσε και ως μύλος. Στην εσοχή έμπαινε το κλειδί της γραμμής. 3. Το αρχοντικόΚοντού Το αρχοντικό Κοντού βρίσκεται στο δρόμο ’νω Λεχωνίων ­Βόλου στην είσοδο του χωριού και χτίστηκε το 1900 μ.Χ. από την οικογένεια Κοντού. Ο Κοντός ήταν Πρόξενος της Ρωσίας στην Ελλάδα. Η οικογένεια είχε μεγάλη περιουσία στη Ρωσία, στη Λωζάνη και στην Ελλάδα (Αθήνα και Βόλο). Σπίτι τους στο Βόλο ήταν το νεοκλασικό κτίριο Γαμβέτα με Τ. Οικονομάκη, που αγοράστηκε από το Δημ. Καβούρα και σήμερα ανήκει στο Πανεπιστήμιο -είναι βιβλιοθήκη. Το ατύχημα για την οικογένεια ήταν ότι τα αγόρια πέθαναν από φυματίωση.Ο οικογενειακός τους τάφος υπάρχει στο νεκροταφείο Βόλου, μαζί και ο θρύλος ότι δηλητηριάστηκαν από σαμαμήδι που έπεσε στο ρόφημά τους. Το πένθος έπεσε βαρύ στην οικογένεια. Έκτοτε το αρχοντικό εγκαταλείφθηκε. Το 1920 περίπου η κόρη της οικογένειας, Θελξινόη πούλησε το σπίτι στο Γεώργιο Αλπάκη, που είχε τρεις κόρες κι έναν γιο, τη Σεραϊνα, την Αριστέα, τη Φρόσω και το Νίκο. Ο Αλπάκης έδωσε το σπίτι προίκα στην κόρη του Φρόσω που παντρεύτηκε το Φ. Φιλιππίδη αγρότη από τις Πινακάτες. Η Φρόσω το έδωσε προίκα στη μεγάλη της κόρη που παντρεύτηκε τον Αντώνη Ασημάκη από τις Μηλιές. Το 1960 περίπου το σπίτι πουλήθηκε σε κάποιον εργολάβο Κουτσιδάκη, ο οποίος επισκευάζοντάς το Δε σεβάστηκε την αξία του ως μνημείο και χρησιμοποίησε τα χειρότερης ποιότητας υλικά. Στο σοβά χρησιμοποίησε υπολείμματα ασετιλίνης αντί για ασβέστη που τα έπαιρνε από το εργοστάσιο «Οξυγόνο» του Βόλου. Οι τοιχογραφίες καταστράφηκαν όλες. Τρία χρόνια μετά αυτός αρρώστησε και πέθανε. Οι κόρες του το πούλησαν στο δικηγόρο Κίμωνα Χατζησταματίου. Σήμερα ανήκει σε διαδημοτική συνεργασία όμορων δήμων, για να αναστηλωθεί και να λειτουργήσει ως Διαδημοτικό πνευματικό κέντρο. Το αρχοντικό χρησιμοποιήθηκε άλλοτε ως ξενοδοχείο και άλλοτε ως πολυκατοικία. Από το 1930 έως το 1940 περίπου κατοικήθηκε από τις οικογένειες: Ολύμπιου, συμβολαιογράφων Δημητριάδη και Ν. Κότζια, οι οποίοι είχαν και τα συμβολαιογραφεία τους εκεί, από το βουλευτή Κ. Σαμαρά και το δάσκαλο Μαυράκη. Το 1941 καταλήφθηκε από Γερμανούς, που εγκατέστησαν σε αυτό το αρχηγείο τους. Το 1944 εγκαταστάθηκε στο κτίριο η ΕΑΣΑΔ. Στη συνέχεια κατοικήθηκε από ανταρτόπληκτες οικογένειες, που έρχονταν από κοντινά χωριά του Πηλίου. Σήμερα το αρχοντικό είναι ακατοίκητο και ερειπωμένο. Είναι από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του νεοκλασικισμού. Περιλαμβάνει υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και σοφίτα. Στο ισόγειο υπάρχει πλατιά είσοδος με σκάλα που οδηγεί στους ορόφους. Ανατολικά της εισόδου υπάρχουν σάλα, κουζίνα, τουαλέτα. Το ίδιο και δυτικά. Στον πρώτο όροφο περιμετρικά της κλίμακας υπάρχουν εννιά δωμάτια και δύο λουτρά. Στη σοφίτα περιμετρικά της κλίμακας υπάρχουν πέντε δωμάτια και λουτρό Στη σοφίτα έμεναν οι τρεις υπηρέτριες, όταν η οικογένεια Κοντού είχε το σπίτι. Η οικοδομή είναι κτισμένη με πέτρα και πορσελάνη, για αυτό και από τους σεισμούς δεν ρηγματώθηκε. Το αρχοντικό είχε ωραίο κήπο, βεράντες με κιόσκια, σιντριβάνι και δύο φοίνικες στην είσοδο. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο. 4. Πρώην Αρχοντικό Καλαμακιώτη Ένα άλλο αρχοντικό της ίδιας εποχής ήταν η οικία Καλαμακιώτη, που σήμερα δεν έχει πια την αρχική του μορφή. Έχει κοπεί ο όροφος και είναι μια απλή κατοικία. Βρίσκεται στο δρόμο ’νω Λεxωνiων - Αγ. Βλασίου μπροστά από το ποτάμι. Χτίστηκε λίγο πριν το 1900 από το Ρήγα Αποστολίδη, που είχε το μεταλλείο Χρωμίου στο Τσαγκλί Αλμυρού. Το 1925 το αρχοντικό πωλήθηκε στο Βάσο Καλαμακιώτη βαμβακέμπορα στην Αίγυπτο και μεγάλο χρηματιστή, ο οποίος όμως έχασε τα χρήματά του στο χρηματιστήριο με αποτέλεσμα ν' αυτοκτονήσει. Το αρχοντικό έμεινε στη χήρα Αθηνά Καλαμακιώτου, η οποία ήταν μια αξιόλογη γυναίκα με μεγάλη προσφορά στα παιδιά του χωριού. Το σαλόνι του αρχοντικού της ήταν πάντα ανοιχτό στα παιδιά. Είχε δημιουργήσει προσκοπισμό, έκανε μάθημα θρησκευτικών στα παιδιά, τους μάθαινε τραγούδια στο πιάνο, ετοίμαζε όμορφες χριστουγεννιάτικες γιορτές και χριστουγεννιάτικο δέντρο με δώρα για κάθε παιδί. Ακόμα μέχρι σήμερα οι γυναίκες του χωριού θυμούνται τραγούδια που έμαθαν εκείνη την εποχή. Τα καλοκαίρια στην αυλή τα παιδιά έκαναν γυμναστική και έπαιζαν βόλεϊ. Αλλά και στα χρόνια της Κατοχής η Αθηνά Καλαμακιώτου οργάνωνε γιορτές στ' αρχοντικό της για να βοηθήσει την Αντίσταση. Όμως μετά την κατοχή, στα χρόνια του εμφυλίου, διώχτηκε κι έφυγε στην Αθήνα. Μετά το θάνατό της ο Απ. Λιβανός ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πούλησε το σπίτι (το 1958). Το σπίτι επισκευάστηκε, κόπηκαν κάποια τμήματά του κι έχασε την αρχική του μορφή.